- πλευροτομή
- πλευροτομή, η και πλευροτομία, ηδιάνοιξη του υπεζωκότα με τομή μεσοπλεύριου διαστήματος.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
πλευροτομή — η, Ν βλ. πλευροτομία … Dictionary of Greek
πλευροτομία — και πλευροτομή, η, Ν ιατρ. η διάνοιξη τών μαλακών μορίων σε μεσοπλεύριο διάστημα, μέχρι τον υπεζωκότα, για την αφαίρεση πυώδους συλλογής … Dictionary of Greek
λίθοι, πολύτιμοι — Έτσι ονομάζονται τα ορυκτά (γενικώς κρυσταλλικά, αλλά μερικές φορές και άμορφα) που χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικά αντικείμενα εξαιτίας της ωραιότητας, της σκληρότητας και της σπανιότητάς τους, αφού υποβληθούν πρώτα σε ειδική κατεργασία.… … Dictionary of Greek